Σε ένα χωριό, όχι πολύ μακριά από το δάσος, μια παρέα παιδιών, έπαιζε και έτρεχε μέσα στο δάσος. όπου ένα μικρό αγόρι, εντόπισε ένα μικρό λύκο μέσα στους θάμνους.
O μικρός λύκος, έκλαιγε και το κλάμα του, τράβηξε την προσοχή του μικρού παιδιού. Πλησίασε το μικρό κουταβάκι, και το παιδί διαπίστωσε ότι εκείνο είχε τραυματίσει το πόδι του και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Το αγόρι, πήρε το μικρό λύκο στην αγκαλιά του και επέστρεψε σπίτι του για να το φροντίσει.
Η μητέρα, αμέσως ρώτησε το παιδί: “Κάθε μερα μαζεύεις ζώα από το δρόμο και τα φέρνεις στη φάρμα, γιατί το κάνεις αυτό;”
“Μαμά, κοίταξε τον, είναι τόσο καλός” είπε το αγόρι. Η μητέρα κοίταξε και αμέσως κατάλαβε, ότι έμοιαζε με σκυλάκι αλλα αυτή τη φορά ο μικρός είχε φέρει στο σπίτι έναν λύκο. Το παιδί, αμέσως εξήγησε στην μητέρα, ότι τον βρήκε στο δάσος όπως έπαιζε, ότι είναι τραυματισμένος και χρειάζεται βοήθεια.
Η μητέρα είπε: “Παιδί μου, είσαι καλά; Αυτό είναι ένα άγριο ζώο. Γιατί το έφερες στο σπίτι; Πήγαινε το αμέσως πίσω στο δάσος, τώρα!” Το παιδί παρακάλεσε την μητέρα να το κρατήσουν γιατί ήταν τραυματισμένο και δε θα επιβίωνε μόνο του στο δάσος. Της ζήτησε να το κρατήσει μέχρι να γίνει καλά και να θεραπευτεί το πόδι του. Μάλιστα, της πρότεινε αν μείνει μαζί του ο μικρός λύκος, το αγόρι θα βοηθούσε τη μαμά του στις δουλειές του σπιτιού και θα έπλενε τα πιάτα…
Τελικά η μαμά, επέτρεψε να μείνει ο μικρός λύκος και τον έβαλαν στη σιταποθήκη! Οπότε κι ο μικρός λύκος έμεινε εκεί. Το αγόρι τον ονόμασε Τζακ και οι μέρες περνούσαν… Το αγόρι και το λυκάκι καθημερινά ήταν μαζί. Όπου πήγαινε το αγόρι ήταν και ο μικρός Τζακ μαζί.
Όλο το χωριό έμαθε για τη συμβίωση της οικογένειας με τον λύκο. Το παιδί έκανε και μια συμφωνία με τον δασοφύλακα, να επιστρέψει το λύκο στο δάσος, όταν θεραπευτεί το πόδι του.
Ο Τζάκ μεγάλωνε και η σχέση του αγοριού με το λύκο, γινόταν πιο ισχυρή. Το αγόρι είχε αρχίσει να αγαπά τον λύκο. Τα άλλα παιδιά, έλεγαν στο αγόρι, ότι ο Τζακ θα επιστρέψει στο δάσος και θα σε ξεχάσει. Θα ξεχάσει ότι είσαι ο σωτήρας του. Το αγόρι αντιδρούσε στα λόγια των παιδιών και πίστευε πολύ στη σχέση που είχε με το φίλο του το λύκο. Μαλιστα, έλεγε ότι είναι σαν αδέλφια με τον Τζακ! Τα παιδιά, του απαντούσαν ότι, δεν σε αγαπά, αλλα αγαπά το φαγητό και τα κόκκαλα που του δίνεις. “Όλα τα ζώα είναι χαζά κι εσύ επίσης που πιστεύεις ότι ο λύκος σε αγαπά και έχετε μια δυνατή σχέση¨συνέχιζαν να λένε τα παιδιά.
Το αγόρι όμως, ήξερε ότι έχει δημιουργήσει μια αληθινή σχέση φιλία με τον Τζακ, το λυκο και δεν θα τον πρόδιδε ποτέ.
Ένα χρόνο μετά, ο Τζακ δυνάμωσε και εγινε ένα νεαρός δυνατός λύκος. Οι μέρες πλησίαζαν όπου το αγόρι θα αποχωριζόταν το λύκο. Η μητέρα προσπαθούσε να του εξηγήσει …”Αγόρι μου, μην ανησυχείς, ο Τζακ είναι ενας δυνατός λύκος και είναι η στιμή να επιστρέψει στο δάσος, στο σπίτι του”
Το παιδί κατάλαβε αν και του ήταν δύσκολο να το κάνει… Κοίταξε τον λύκο και του ψιθύρισε ότι τον αγαπά, αφήνοντας τον να πάει στο δάσος…
Τα χρόνια περάσαν… και το αγόρι έγινε άνδρας. Μια ημέρα, ο άνδρας επέστρεψε στο δάσος και όπως περπατούσε είδε μια μεγάλη αρκούδα. Πραγματικά, ήξερε ότι η ζωή του κινδύνευε. Έκλεισε τα μάτια και ξαφνικά…
Ένας μεγάλος λύκος μπήκε μπροστά του για να τον προστατεύσει. Ο άνδρας, αναγνώρισε τον Τζακ και χάρηκε. Ο λύκος θα έκανε τα πάντα για να προστατέψει το φίλο του και η αρκούδα έφυγε πριν καν εμπλακεί σε μάχη.


