Όταν βρίσκουν τις δικές τους λύσεις… Τι μας αποκαλύπτει η έρευνα για τη μίμηση, την εξερεύνηση και τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να λύνουν μόνα τους προβλήματα;
Μεγάλο μέρος όσων μαθαίνουν τα παιδιά ξεκινά με μια πολύ απλή διαδικασία: μας παρατηρούν και μας μιμούνται. Μέσα από τη μίμηση μπορούν να αποκτήσουν καινούργιες δεξιότητες χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να ανακαλύψουν τα πάντα από την αρχή.
Υπάρχει όμως ένα σημείο που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους αναπτυξιακούς ψυχολόγους. Τα παιδιά δεν αντιγράφουν πάντα μόνο τις κινήσεις που είναι χρήσιμες. Μερικές φορές, αντιγράφουν ακόμη και όσα δεν χρειάζονται…
Το παράξενο φαινόμενο της «υπερμίμησης»
Οι ερευνητές το ονομάζουν overimitation, δηλαδή «υπερμίμηση».
Σε κλασικά πειράματα, ένας ενήλικας δείχνει σε ένα παιδί πώς μπορεί να αποκτήσει ένα αντικείμενο ή μια ανταμοιβή που βρίσκεται μέσα σε ένα ειδικά σχεδιασμένο κουτί. Για να το καταφέρει, πραγματοποιεί μια σειρά κινήσεων. Κάποιες είναι απαραίτητες για να ανοίξει το κουτί.
Άλλες, όμως, δεν κάνουν απολύτως τίποτα. Μπορεί, για παράδειγμα, να χτυπήσει πρώτα ένα σημείο του κουτιού με ένα εργαλείο και μετά να εκτελέσει την κίνηση που πραγματικά απελευθερώνει την ανταμοιβή.
Το παιδί παρακολουθεί. Και όταν έρχεται η δική του σειρά;
Πολλά παιδιά αντιγράφουν και τις περιττές κινήσεις.
Ακόμη κι όταν θα μπορούσαν να φτάσουν στο αποτέλεσμα πολύ πιο γρήγορα, ακολουθούν τη διαδικασία που τους έδειξε ο μεγάλος.
Αυτή ήταν μία από τις μεγάλες ερωτήσεις που δημιούργησαν αυτά τα πειράματα.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι τα παιδιά απλώς δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ποια κίνηση προκαλεί πραγματικά το αποτέλεσμα.
Όμως η εικόνα είναι πιο περίπλοκη. Η έρευνα έχει δείξει ότι η υπερμίμηση μπορεί να επιμένει ακόμη και όταν τα παιδιά έχουν ενδείξεις ότι ορισμένες κινήσεις δεν είναι απαραίτητες.
Γιατί λοιπόν συνεχίζουν να τις κάνουν;
Επειδή όταν ένα παιδί παρακολουθεί έναν άλλο άνθρωπο, δεν προσπαθεί απαραίτητα να μάθει μόνο πώς λειτουργεί ένα αντικείμενο. Προσπαθεί επίσης να μάθει πώς κάνουν οι μεγάλοι τα πράγματα. Και αυτή είναι μια σημαντική διαφορά.
«Έτσι το κάνουμε»
Φανταστείτε δύο διαφορετικές καταστάσεις. Στην πρώτη, το παιδί πρέπει απλώς να βρει τον γρηγορότερο τρόπο για να ανοίξει ένα κουτί. Στη δεύτερη, παρακολουθεί έναν ενήλικα να εκτελεί προσεκτικά μια συγκεκριμένη σειρά κινήσεων.
Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να υποθέσει ότι υπάρχει κάποιος λόγος που ο μεγάλος ενεργεί έτσι – ακόμη κι αν αυτός ο λόγος δεν είναι εμφανής. Ίσως αυτός είναι ο «σωστός» τρόπος, ίσως υπάρχει κάποιος κανόνας, ίσως απλώς «έτσι γίνεται».
Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο η μίμηση είναι τόσο σημαντική για τον άνθρωπο. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να ανακαλύψουν μόνα τους από την αρχή κάθε συμπεριφορά, εργαλείο, συνήθεια ή κοινωνικό κανόνα. Μπορούν να παρατηρήσουν τους ανθρώπους γύρω τους και να υιοθετήσουν τις πρακτικές της ομάδας τους.
Η φαινομενικά «άσκοπη» αντιγραφή, επομένως, μπορεί να αποτελεί μέρος μιας πολύ πιο σύνθετης διαδικασίας κοινωνικής μάθησης.
Πότε έρχεται το «θα το κάνω αλλιώς»;
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα παιδιά είναι παγιδευμένα στη μίμηση. Ανάλογα με την κατάσταση, μπορούν να χρησιμοποιήσουν όσα παρατήρησαν ως πληροφορία και στη συνέχεια να εξερευνήσουν διαφορετικές λύσεις.
Έχει σημασία, για παράδειγμα, αν μια ενέργεια παρουσιάζεται σαν απαραίτητος κανόνας ή απλώς σαν ένας πιθανός τρόπος για να πετύχουμε έναν στόχο.
Έχει επίσης σημασία πόσο κατανοητή είναι η σχέση ανάμεσα στην πράξη και στο αποτέλεσμα.
Εάν το παιδί μπορεί να δει καθαρά ότι ένα βήμα δεν αλλάζει τίποτα, έχει περισσότερες πληροφορίες στη διάθεσή του για να αποφασίσει αν αξίζει να το επαναλάβει.
Η μάθηση, επομένως, δεν είναι μια απλή μετάβαση από το «αντιγράφω» στο «σκέφτομαι μόνος μου». Και τα δύο μπορούν να συνυπάρχουν.
Το παιδί παρατηρεί τι έκαναν οι άλλοι, δοκιμάζει, συγκρίνει το αποτέλεσμα και, σταδιακά, δημιουργεί το δικό του… ρεπερτόριο λύσεων.
Μερικές φορές βοηθά να μη δείξουμε αμέσως τη λύση
Όταν βλέπουμε ένα παιδί να δυσκολεύεται με ένα παιχνίδι ή μια κατασκευή, η πρώτη μας αντίδραση είναι συχνά να επέμβουμε.
«Κοίτα, γίνεται έτσι».
Και πράγματι, υπάρχουν πολλές στιγμές στις οποίες η επίδειξη και η καθοδήγηση είναι χρήσιμες.
Δεν χρειάζεται όμως κάθε πρόβλημα να συνοδεύεται αμέσως από τη δική μας λύση.
Αν το παιδί έχει χρόνο να δοκιμάσει, μπορεί να τραβήξει το αντικείμενο αντί να το σπρώξει, να γυρίσει το κομμάτι από την άλλη πλευρά, να αποτύχει, να ξαναδοκιμάσει και τελικά να ανακαλύψει μια λύση που ίσως εμείς δεν θα είχαμε σκεφτεί.
Και τότε μαθαίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που θα μάθαινε απλώς αντιγράφοντάς μας. Μαθαίνει τι συμβαίνει όταν η δική του ιδέα συναντά την πραγματικότητα.
Μίμηση ή ανεξαρτησία; Χρειαζόμαστε και τα δύο
Δεν χρειάζεται λοιπόν να επιλέξουμε ανάμεσα στο «του δείχνω» και στο «το αφήνω μόνο του».
Η μίμηση είναι ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος μάθησης. Χάρη σε αυτήν, τα παιδιά μπορούν να αποκτούν γρήγορα γνώσεις που έχουν ήδη κατακτήσει οι άνθρωποι γύρω τους.
Η εξερεύνηση προσφέρει κάτι διαφορετικό: χώρο για δοκιμή, σύγκριση, λάθος και ανακάλυψη.
Και ίσως γι’ αυτό μια από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές στην ανάπτυξη ενός παιδιού είναι εκείνη που, αφού μας έχει παρακολουθήσει προσεκτικά, αποφασίζει ξαφνικά:
«Όχι. Εγώ θα το κάνω αλλιώς».
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σταμάτησε να μας μιμείται.
Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι απέκτησε κάτι ακόμη στη διάθεσή του: τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όσα έμαθε από εμάς ως αφετηρία για να δοκιμάσει τη δική του λύση.
Μη ξεχάσεις να κάνεις ένα Like στη σελίδα μας στο facebook juniorsclub.gr —>ΕΔΩ


